ροώδης

(I)
-ες / ῥοώδης, -ῶδες, ΝΑ [ῥόος / ῥοή]
νεοελλ.
αυτός που έχει την ιδιότητα να ρέει, ρευστός («ροώδης μάζα»)
αρχ.
1. (για θάλασσα) ο κυματώδης, αυτός που ταράσσεται από ορμητικά ρεύματα («τὸ μάλιστα ῥοῶδες τού πελάγους», Αιλιαν.)
2. (για τοποθεσία) ανοιχτός, εκτεθειμένος σε ισχυρά ρεύματα («τοὺς ῥοώδεις καὶ ἐπόμβρους τόπους», Θεόφρ.)
3. (για ασθένεια) α) αυτός που εκδηλώνεται με ρύσεις («ὀφθαλμίαι ῥοώδεις», Ιπποκρ.)
β) αυτός που προκαλεί εκκρίσεις, διάρροια («πυρετὸς ροώδης», Γαλ.)
4. (για ασθενή) αυτός που πάσχει από διάρροια ή παθολογικές εκκρίσεις («γυναῑκας νοσερὰς καὶ ῥοώδεας», Ιπποκρ.)
5. (για καρπό δέντρου) αυτός που πέφτει προτού ωριμάσει.
επίρρ...
ῥοωδῶς
με διάρροια.
————————
(II)
-ῶδες, Α [ῥόα]
αυτός που μοιάζει με ρόα*. με ρόδι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥοώδης — with a strong stream masc/fem acc pl (attic epic doric) ῥοώδης with a strong stream masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοωδέστερον — ῥοώδης with a strong stream adverbial comp ῥοώδης with a strong stream masc acc comp sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοώδει — ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut dat sg ῥοώδεϊ , ῥοώδης with a strong stream dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοώδη — ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ῥοώδης with a strong stream masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοωδεστάτων — ῥοώδης with a strong stream fem gen superl pl ῥοώδης with a strong stream masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοωδέστατον — ῥοώδης with a strong stream masc acc superl sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοῶδες — ῥοώδης with a strong stream masc/fem voc sg ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοώδεα — ῥοώδης with a strong stream neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοώδεις — ῥοώδης with a strong stream masc/fem acc pl ῥοώδης with a strong stream masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοωδέστατος — ῥοώδης with a strong stream masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.